Интервюто с Димитрис Гривас


Интервюто с Димитрис Гривас

 

Μήτρος Γρίβας

Πρώτος πρόεδρος της Ομοσπονδίας Σαρακατσαναίων Βουλγαρίας

.

του Γιώργου Κολοβού

Η ιστορία έχει δείξει, πως όλα τα μεγάλα γεγονότα δημιουργούνται από πολύ σημαντικούς ανθρώπους. Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά και στους Σαρακατσάνους της Βουλγαρίας. Ο άνθρωπος που κατόρθωσε να αναδείξει την ύπαρξη και τη φυσιογνωμία τους, ήταν ο Μήτρος Γρίβας, ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Ομοσπονδίας των Σαρακατσαναίων της Βουλγαρίας. Μία εμβληματική μορφή, που μέσα σε αντίξοες συνθήκες, κατόρθωσε να δημιουργήσει τη συλλογικότητα και να προσδώσει χαρακτηριστικά κοινότητας στους Σαρακατσάνους, σε όλη την επικράτεια της Βουλγαρίας. Η προσωπικότητα του, ο ισχυρός  χαρακτήρας και η επιμονή του, ήταν οι αιτίες για να διατηρηθεί ζωντανή η Σαρακατσάνικη παράδοση,  η συνείδηση της καταγωγής και η σχέση με την πατρίδα Ελλάδα. Σήμερα, σε μία εποχή που όλα έχουν ανατραπεί, μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε καθαρά την αξία της προσπάθειας του Μήτρου Γρίβα και στη συνέχεια και άλλων σημαντικών Σαρακατσάνων της Βουλγαρίας – Γ. Κολοβός

  • ● 

Γεννήθηκα στις 20 Απριλίου του 1946 στα καλύβια έξω απ΄ τη Σωζόπολη. Τον πατέρα του προσπάπου μου τον έλεγαν Δημήτρη και ζούσε εδώ γύρω, στο Κότελ. Εμεις παλιά είμασταν Μποναίοι. Άσπρισαν τα μαλλιά τ΄ όταν ήταν μικρός ο Δημήτρης και είπαν …το Γριβάκι, …κι έτσι βγήκαμε Γριβαίοι. Το παιδί τ΄ ήταν ο Νικόλας και ήταν σημαδιακός άνθρωπος. Αυτός ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να παντρευτεί. Κάποιος είπε στις αδερφές τ΄,  …ζ΄μώστε μια κλούρα και βάλτε περισσότερο αλάτι και πριν ξαπλώσει να κοιμηθεί δώστε του να φάει. Τον έδωκαν τ΄ν κλούρα και ονειρεύεται αυτός μίνια απ΄ το ίδιο το τσελιγκάτο, που τον έδωσε νερό να πιεί. Σ΄κώνεται το πρωί και λέει : …μην την ψάχνετε, τη βρήκα! Ήταν μίνια μικρούτσκη, …ήταν απ΄ τους Γρουναίους και την πήρε.

Ο προσπάπος Δημήτρης Γρίβας (κάτω δεξιά) στο Γριβαίικο το τσελιγκατο – Από τις παλαιότερες φωτογραφίες των Σαρακατσάνων της Βουλγαρίας

Τον παππούλη μ΄ το Δημήτρη τον γνώρισα και με είχε καμάρι. Γεννήθηκε το 1885. Μ΄ έστελνε κάθε μέρα να αγοράσω εφημερίδα, …να γυρίσω και να τον διαβάζω. Αγόραζε Ελληνικά βιβλία για όλο το τσελιγκάτο, για τα παιδιά και τα μοίραζε. Ήταν πολύ ικανός άνθρωπος, …δεν ήξερε πίσω σε τίποτα. Όταν ήταν εργένης ακόμα, ο πατέρας του ο μπάρμπα Νίκος τον έδωσε σε μιά γριγιά που δεν είχε κανέναν άλλον. Είχε καμμιά εβδομηνταριά πρατάκια και τα΄φκιασε χίλια, …τόσο ικανός. Πέθανε ενενήντα έξι χρονών. Ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος. Αφού, …όταν πάαιναν στο μύλο και το΄φευγε τ΄άλογο, …πήγαινε με το σαμάρι εκεί και με δυό σακιά αλεύρι, …τα΄παιρνε ο ίδιος στον ώμο. Ήταν αντρειωμένος λέμε εμείς με μια λέξη.  Τα αδέλφια τ΄ ήταν ο Χρήστος, ο Δημήτρης, ο Γιαννάκ΄ς, κι ενας ανύπαντρος, δεν θυμάμαι το όνομα. Η βαβά μ΄ η Χάιδω ήταν απ΄ τ΄ς Λωλαίοι και γεννήθηκε στην Κομοτηνή. Τη γνώρισα πολύ καλά, …αυτήν με τράνεψε.

Ο πατέρας μ΄ λέγονταν Νικόλας και γεννήθηκε το 1916 στο βουνό ανάμεσα στο Κότελ και το Σλήβεν. Ήταν εφτά αδέλφια. Ένας Γιάννος πέθανε εφτά χρονών, ένας Χρήστος έμεινε τυφλός, γιατί η μάνα τ΄ είχε αρρώστια και δεν έπρεπε να το βυζαίνει, …δεν ήξερε, ένας Βαγγέλης, ένας αξιόλογος άνθρωπος που πέθανε 25 χρονών και έμειναν ο πατέρας μ΄ κι ο θείος μ΄ ο Γιώργος κι άλλες δυό αδερφές. Ο πατέρας μ΄ έκανε το μπατζιό κι ο Γιώργος τα πρόβατα. Δεν είχαν όλες οι οικογένειες μπατζιό, είχε ο τσέλιγκας τυροκομείο, μάζευε τα γάλατα απ΄ τα γαλάρια απ΄ όλο το τσελιγκάτο.

Με το άλογο αριστερά ο πατέρας Νίκος Γρίβας και όρθιοι μπιστικοί από το τσελιγκάτο – Κάτω από αριστερά : o παππούς Δημήτρης Γρίβας, δίπλα με το κασκαβάλι ο θείος Βαγγέλης, δεξιά η γιαγιά η Χάιδω και δεξιά ο τυφλός θείος Χρήστος – Βουνό Βαρμπίτσα (περιοχή Σούμεν) – 1938

Η μάνα μ΄ η Παναγιώτα ήταν μαναχοδιχατέρα του μεγάλου τσέλιγκα του Μπαλέζντραβου του Νίκου. Τόσα τραγούδια που ήξερε, …τέτοιος άνθρωπος σπάνια γίνεται. Τη ρώταγε ο αδελφός της, ο θείος ο Γιώργο,ς …απόψε Παναγιώτα θα χορέψουμε; ..κι έβγανε τη ρόκα και την απέταγε. Άμα πέσει εκεί που κάνουμε το χορό, θα χορέψουμε απόψε ! Τη μάνα μ΄ ο παππούς μ΄ πάαινε επίσημα να τη χαλέψει και επειδή ήξεραν ποιός είναι αυτός απ΄ ήρθε την έδωσαν. Στα προξενιά συνήθως συμπεθέρευαν τσέλιγκας με τσέλιγκα και έτσι συμφώνησαν οι δυό οι μεριές. Τα συβάσματα γένονταν κρυφά απ΄ το κορίτσι. Διάλεγαν έναν τόπο, εκεί σε κάποια βρύση και ανακάτωναν τα καλούδια και άλλαζαν τα μαντήλια και τα δαχτυλίδια. Ο γάμος έγινε εδώ στο Σλήβεν απάν. Ήρθαν απ΄ το Κότελ με τ΄ άλογα και την πήραν από δω. Και με φλάμπουρα, …χωρίς φλάμπουρα πώς θα γένει η χαρά !!

Εμείς είμαστε τέσσερα αδέρφια και δύο αδερφές. Μεγαλύτερη ήταν η Ελένη και ήταν διευθυντής σε Τράπεζα στο Κάρλοβο πολλά χρόνια, μετά είμαι εγώ, μετά ήταν η Χάιδω που πέθανε σαράντα τέσσερα χρονών, ο Βαγγέλης, ο Γιώργος και μετά ο Κώστας.

Η μητέρα Παναγιώτα Μπαλέζντραβου (νεαρή στη μέση) με τον αδελφό της Κώστα (με το καπέλο) και συγγενείς

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

v  Στα Άγραφα ήταν οι δικοί μας και το χειμώνα κατέβαιναν εκει προς την Άρτα και περίμεναν δέκα – δέκα πέντε μέρες να περάσουν τα κοπάδια. Οι Σαρακατσαναίοι στη Βουλγαρία ήρθαν μετά το 1821 και έφυγαν μετά τον πόλεμο για να ψάξουν να βρουν καινούργια βοσκοτόπια. Αυτή ήταν η πρώτη αιτία, …υπάρχουν και άλλες αιτίες που έχω ακούσει, …δεν δέχονταν άλλο το ζυγό που είχαν από τους Τούρκους. Ο Αλή Πασάς ήταν η μεγαλύτερη αιτία να βρεθούμε, έτσι το βλέπω εγώ, επειδή έχω διαβάσει για τον Αλή Πασά πολλά βιβλία, όχι μόνο από Έλληνες και από Βουλγάροι, αλλά και από την Ευρώπη. Όταν άρχισε να παίρνει κορίτσια Σαρακατσάνικα στο χαρέμι, παραγίνκι το πράγμα και ξεσηκώθηκαν όλοι. Το θέμα ήταν να βγουν έξω απ΄ το βιλαέτι του Αλή Πασά, …άλλο θηρίο δεν υπάρχει στην Τουρκοκρατία. Δεν υπήρχαν σύνορα, μπορούσαν να παν όπου μάθαιναν ότι υπάρχουν καλά βοσκοτόπια. Και έφυγαν. Μπαίνοντας στη Βουλγαρία βρήκαν τα βουνά της Ρίλας πρώτα. Αυτά ξέρω απ΄ τον παππούλη μ΄.

v  Το 1822 έγινε η πολιορκία του Αλή Πασά στα Γιάννενα από τον Σουλτάνο και, …ένα τραγούδι δικό μας μας τα λέει ακριβώς, …το τραγούδι ψέματα δε λέει :

Να χιόνιζανε τάι βουνά, να βρόχιζαν οι κάμποι – κι οι λίμνες να κατέβαζαν, να γίνουνε θαλλάσες – να πίνηγαν τον Τάταρο που φέρνει τα φιρμάνια – Δεν σε φοβάμαι Τάταρε (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι ταχυδρόμοι συνήθως ήταν Τάταροι) και σεν΄ Σουλτάν Μαχμούτ (λέει ο Αλή Πασάς, …γιατί του ήφερνε το φιρμάνι απ΄ το Σουλτάνο για να παραδοθεί).

Περίμεναν βοήθεια, …δέκα εφτά μήνες κράτησε η πολιορκία. Σαρακατσάνικο τραγούδι και μας λεει απ΄ είμασταν εκεί. Δεν είμασταν εμείς εδώ στη Βουλγαρία και να γίνουν αυτά τα γεγονότα εκεί, …ήταν εκεί οι δικοί μας.

v  Μέχρι το 1936 οι Σαρακατσαναίοι απ΄ τη Βουλγαρία, πήγαιναν και ξεχείμαζαν στην Τουρκία, κάτω απ΄ την Αδριανούπολη. Λέει και το τραγούδι : Πολλά κονάκια κόνεψαν στον Αντιρνέ από πέρα – Δεν ήταν Μπαμπαλαίικα, ..κλπ. Για κάθε γεγονός ο Σαρακατσάνος έβγανε τραγούδι. Κι ακόμα ένα : Αγάπησε μόνο μίνια Σαρακατσάνα έναν Τούρκο και έφταιγε ο πατέρας της, …επειδή την έβανε ν΄ αρμέγουν τα πρόβατα με τον Τούρκο. Όταν είσαι στη στρούγκα, το πόδι το δικό σ΄ πρέπει ν΄ ακουμπάει με τον άλλον, …πώς να μην τον αγαπήσει ! Το τραγούδι την άλλη μέρα ήταν έτοιμο ! Το 1956 το άκουσα, εγώ ήμαν δέκα χρονών και του΄ξερα.

Τα κοπάδια όταν πέρναγαν για την Τουρκία να παν να ξεχειμάσουν, μια χρονιά τους έβαλαν οι Τούρκοι πρόστιμο. Και πήρε ο Νίκας και μοίρασε το πρόστιμο στη φτωχολογιά. Τα παιδιά ΄ που ήταν σπουδαγμένα στη Γερμανία τον έλεγαν : …τι είναι αυτό πατερα, …δεν αντρέπεσαι ; Κι αυτός, …Αντε, …αυτά τα Γερμανικά τα κόλπα δεν περνάν σε μένα ! Ήταν πολύ σκληρός. Το κοπάδι ήταν σε δέκα οικογένειες και ανάλογα πόσα πρότα έχεις, παίρνεις και το μερίδιο στο γάλα. Την ημέρα απ΄ θαλα πάρει αυτός το γάλα, όταν έρχονταν η δική τ΄ αράδα, έπαιρνε ένα καρδάρι και έπαιρνε πέντε λίτρα πιο πολύ απ΄ τους άλλους. Εμένα με το είπε ενας τζιομπάνος δικός τ΄.

Χάρτης του Λαογραφικού Μουσείου Σαρακατσάνων

v  Τους Σαρακατσάνους εδώ στη Βουλγαρία, απ΄ το Κάρλοβο και δυτικά τους λέγαμε Καλαμποκιώτες, …γιατί δεν ξέρω. Εκει είναι το τρίγωνο Βράτσα, Μοντάνα και Μπερκόβιτσα. Όλοι αυτοί πήγαιναν μέσα στη Γιουγκοσλαβία, …σ΄ακει ξεχείμαζαν. Ένας Σαρακατσάνος απ΄ το Καρναμπάτ, με είχε πει, …εμείς οι Λωλαίοι ξεχείμαζαμαν κατά τη θάλασσα που είναι η Αλβανια, …εκει πήγαιναν ένα κομμάτι. Αλλά δεν είχαν τέτοια χαρίσματα για τραγούδι και για χορό, όπως εμεις εδώ. Στην Τουρκία ξεχείμαζαν οι Σαρακατσαναίοι απ΄ την Ανατολική Βουλγαρία, …απ΄ το Καρλοβο και πέρα κατέβαιναν προς την Ελλάδα. Είχαν περάσματα, απ΄ το Χάσκοβο και απ ΄το Στρυμόνα. Είχα εγώ μια θειά που τα καλύβια τ΄ς ήταν στις Σέρρες.

Πολλά τραγούδια αναφέρονται στον Κατσαντώνη, πάρα πολλά τραγούδια για την Πόλη, πάρα πολλά τραγούδια για τη Θάλασσα. Υπήρχε και μία θεωρία ότι εμείς οι Σαρακατσαναίοι είμασταν γύρω στην Πόλη και από κει φύγαμε όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη, …εκει μαυροφορέθκαμαν. Υπάρχει και το Σαρακατσάνικο τραγούδι :

Να΄μουν δεντρί στο Γαλατά και βίγλα μεσ’ στην Πόλη – Ν΄ ανέβαινα ν΄ αγνάντευα τις Μωραϊτοπούλες !!

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Κεχαϊάδες στη Σόφια – Από αριστερά καθιστοί : Δημ. Καρανάσιος, Κώστας Μπαλέζντραβος, άγνωστος, Τάσος Μηράκος, άγνωστος, ο παππούς Μήτρος Γρίβας και άγνωστος

Πάντα ο παππούς μου ήταν τσέλιγκας. Παλιά, όταν εδώ έκλεισαν τα σύνορα την άνοιξη, …θαλα μείνουν τα πρόβατα κάτ΄ στα χειμαδιά, σ΄αυτόν το φούρνο και θα ψόφαγαν. Οργάνωσε τότε τους Σαρακατσαναίους τους πιο έξυπνους, έμασε επιτροπή και τους πήγε στη Σόφια. Έδιωξαν το Νομάρχη και τακτοποιήθηκε το θέμα. Τα Σαρακατσάνικα τα πρόβατα δεν μπορούσαν να μείνουν το καλοκαίρι στον κάμπο κατ΄. Ο παππούς πήγαινε στο παζάρι και τον ήξερε η πόλη ούλη. Μια φορά ήπιε και λίγο και πλάιασε στ΄ άλογο απάν και το άλογο τον ήφερε στα καλύβια. Φορούσε τα Σαρακατσάνικα τα ρούχα, …είχε το μπουτούρι κεντισμένο με γαϊτάνι, το γονατάρι εδώ το γόνα, (που ήταν διαφορετικό απ΄ το μπουτούρι που είχαν οι Βουργάροι και οι Τούρκοι), …κουζούκα έσερναν, …σοκόλι έσερναν. Το χειμώνα όταν βρόχιζε είχαν την κάπα.

Για τον πατέρα του παππούλη μ΄ ξέρω πως βόηθησε τον άλλον τον παππούλη μ΄. Όταν πέθανε η γυναίκα τ΄ και δεν είχε φαμπλιά, πήγαν και έκλεψαν ένα κορίτσι από ένα τσελιγκάτο. Το κορίτσι ήταν συβασμένο για να το παντρέψουν και πααίνουν οι Μπαλεζντραβαίοι και τ΄άρπαξαν. Παν να την κλέψουν και τ΄ αδέρφια του άρπαξαν τα ντουφέκια για να γλυτώσουν το κορίτσι. Κι ο μπάρμπα Νίκος λέει, …μην κουνηθείτε καθόλου, τα΄χουμε κανονίσει εμεις. Το κορίτσι το πήρε του πάππου μου του Μπαλέζντραβου ο αδελφός. Είχε τρεις χιλιάδες πρόβατα, ο μεγαλύτερος τσέλιγκας στη Βουλγαρία και πέρασε μια ζωή, …βασίλισσα. Αλλά, συβασμένο κορίτσι ! Και έβγαλαν τραγούδι αμέσως και το τραγούδαγαμαν εμείς.

Το μάθατε τι έγινε στο Βιτσαρό από πάνω – Χαίρονται οι μάνες τα παιδιά κι οι πεθερές τις νύφες – Κι η δόλια η Αποστόλαινα, κλαίει και δε μερώνει – Τι μόκανανε τα σκυλιά και τα παλιοζντραβάκια !!

Ο Μήτρος Γρίβας 2 ετών δεξιά, με τη μητέρα του Παναγιώτα και δίπλα της η συνυφάδα της Λάμπρω και η αντραδέρφη της Ασήμω

ΣΤΗ ΣΩΖΟΠΟΛΗ ΣΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ

Χειμαδιά είχαμε έξω απ΄ τη Ζωζόπολη. Εκει είχαμε καλύβια και όποτε πάαιναμε το φθινόπωρο, …τα είχαν κάψει οι Βουλγάροι. Από τα χειμαδιά για τα βουνά έκαναμε εφτά – οχτώ κονάκια. Τα ελεύθερα τ΄ άλογα που δεν είχαν ακόμα σαμαρωθεί τα έλεγαν αρκάτα. Τα αρκάτα έτρεχαν από μεριά γύρω απ΄ το καραβάνι. Ο Σαρακατσάνος, όπως και να΄ταν ο καιρός, …την τσιατούρα την έφκιανε. Η τσιατούρα ήταν μόνο μαύρη. Είχα μια φωτογραφία που είναι τώρα στο Μουσείο στην Αισύμη στην Αλεξανδρούπολη. Είναι όπως κόνεψαν το τσελιγκάτο και μαζεμένοι εκει ανάμεσα μικροί και μεγάλοι, …τέτοια φωτογραφία δεν έχει γένει. Με κάπα και σιγκούνι από κατ΄. Εδώ στη Βουλγαρία δεν φορέθ΄κε. Όταν ήρθαν εδώ το άφησαν και έμεινε το πάνω μέρος απ΄ το σιγκούνι, …σοκόρφι το΄λεγαν. Το σιγκούνι κρατιόταν απ΄ το σοκόρφι, εδώ κούμπωνε και είχε και τσέπες από μέσα. Και απ΄ τη ταμπακέρα που είχαν τον καπνό, έβγαλαν οι Σαρακατσάνοι καινούργια λέξη, …ταμπακέλα δηλαδή καθρέφτη, την είχαν για καθρέφτη.

Και το τραγούδι λέει, …εψές προψές που διάβαινα στα κλέφτικα λημέρια, κι ακούς α΄πώς ορμήνευε πρώτος τα παληκάρια, παιδιά μ΄ κι αν θέλετε κλεψιά κλέφτες να σηκωθείτε, κρασί ρακί μην πίνετε, ύπνο μην αγαπάτε, ο ύπνος είναι θάνατος και το κρασί είναι πόνος !

O Μήτρος Γρίβας μικρός (στο κέντρο δίπλα στον γαμπρό με τη φουστανέλλα) σε Σαρακατσάνικο γάμο στο Κότελ

ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΣΤΟ ΚΟΤΕΛ

Τα καλοκαίρια πήγαιναμε στο Κότελ, πάντα εκει πήγαιναμε επειδή είχαμε και το σπίτι εκει. Το σπίτι όπως θυμάμαι εγώ ήταν παρμένο, …ο πάππος ήβλεπε πολύ μπροστά. Αλλά το νοίκιαζαμε σε τρεις τέσσερις οικογένεις κι εμείς ζούσαμε στα καλύβια έξω απ΄ το Κότελ. Όποιος Σαρακατσάνος ήταν να νυχτώσει εκει, …σε μας ! Οι Βουλγάροι δεν είχαν επαφή με εμάς και δεν προσπάθησαν να μας αλλάξουν την Ελληνική γλώσσα, …ήταν δύσκολο να το κάνουν. Εμεις είχαμε τα πρόβατα και μόνο  τα βοσκοτόπια μας έδωναν με δημοπρασία και μας ξεφλούδαγαν. Εκει στο Κότελ είμασταν εμεις στο τσελιγκάτο και είχαμαν και τζιομπαναραίοι, ήταν Γρουναίοι, Κούτλα είχαμαν τζιομπάνο, …πολλά σόια, …αλλά άλλαζαν. Όταν ήμαν έξι χρονών το 1952 έτος, θυμάμαι που έλεγαν ότι είχαν χίλια ογδόντα πρόβατα. Στα πρόβατα όταν είμασταν μικρά παιδιά δεν πήγαιναμε, …είχαμαν τζιομπαναραίοι. Ειδικά εμεις στο κονάκι είχαμαν εκείνον τον προκομένο τον άνθρωπο τον μπάρμπα Χρήστο τον τυφλό που ήξερε πολλά. Ήξερε μουραπάδια και παραμύθια κι εμεις μαζεμένα τα παιδιά όλα στο καλύβι στη φωτιά, …και με τη τζαμάρα να μιλάει.

Σχολείο πήγα πρώτη φορά σ΄ ένα χωριό, αλλά ύστερα η βαβά, ¨η η μάνα μ΄, ¨η η Γιώργαινα έμειναν με τα παιδιά στο Κότελ στο σπίτι και τα πρόβατα πήγαιναν κάτω. Αυτό το΄καναμαν μόνο εμεις γιατί άλλος δεν είχε σπίτι. Εκει μαζεύομασταν δέκα παιδιά, …πως το΄βγανε πέρα αυτή η γυναίκα, δεν ξέρω !  Δέκα παιδιά, να τα ταϊσει, να τα πλύνει… Δάσκαλο στα καλύβια δεν έφερναν, επειδή, …που θα τον βρουν να τον φέρουν για τα Ελληνικά. Εδώ κάθε μεγαλύτερος γένονταν δάσκαλος στον μικρότερο, …έτσι μάθαιναν τη γλώσσα. Εγώ, ..ο πατέρας μ΄ μ΄ έμαθε την Αλφαβήτα στα Ελληνικά. Γραμματική δεν ήξερε κανένας Σαρακατσάνος. Όταν πήγα πρώτη τάξη στο σχολειό δεν ήξερα ούτε μία λέξη Βουργάρικη, …μία λεξη δεν ήξερα, …και έγινε ανάγκη να πάω πάλι ακόμα μία χρονιά. Ο παππούς μ΄ ήθελε να είναι μορφωμένα τα αγγόνια τ΄.

Ο πατέρας Νίκος Γρίβας με το κοπάδι του, στη στράτα για τα χειμαδιά – Καρναμπάτ 1945

Ο πατέρας μ΄ ήταν τόσο εργατικός άνθρωπος, δούλευε μέρα – νύχτα. Είχε λιγοθυμήσει δυο φορές στο τυροκομείο μέσα, …πολύ δουλειά. Ο μπατζιός ήταν πάντα σε ίσκιο. Ήταν σε δίπλο καλύβι επειδή ήταν αποθήκη. Είχε παλούκια, ράφια και το κασκαβάλι εκει. Οι δασοφύλακες έρχονταν να φαν κασκαβάλι, να πιούν ρακί και να φύγουν. Και στα γκουρμπάνια έρχονταν. Το κασκαβάλι το πουλούσαμε στο παζάρι, εδώ κατ΄ στο Σλήβεν, ο πατέρας μ΄ είχε και μία φωτογραφία. Του παππούλη μ΄ του Μπαλέζντραβου, το 44 μπήκαν οι παρτιζάνοι οι Βούλγαροι και το΄καψαν, ότι πήραν πήραν κι εκείνα που έμειναν κλούρες τις έριχναν στο γκρεμό κάτω. Δεν άφησαν μια κλουρα να φαν ο κοσμάκος.

Ο συμπέθερος τσέλιγκας Μεράκος (στη μέση καθιστός) με την οικογένεια του σε γάμο στο Σάμοκοβ

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΣΕ -ΩΦ

Τα ονόματα μας τα΄βαλαν κι εμάς δεν μας ρώτησαν. Η λήγουσα ..ωφ, ..οβα, …δεν είναι Ελληνικό αυτό, είναι Ρώσικο. Από πολύ παλιά τα άλλαξαν τα ονόματα, από τότε που ήρθαν εδώ. Από παλιά τα΄βαναν …ωφ, …Γρίβωφ, για να χαθεί το αίσθημα που είσαι Έλληνας. Όταν ήμαν μικρός, στο διαβατήριο παλιά έγραφε δεξιά ψηλά πάνω : Εθνικότητα Γκρεκ, …Γκρέκος, …αλλά ύστερα η σειρά αυτή έλειπε απ΄ τα διαβατήρια. Εγώ έκανα αγώνα για να αλλάξω το όνομα. Πήγα βρήκα το δικηγόρο, γράψαμε την αίτηση, …πηγαίνουμε στο δικαστήριο και βγαίνει μια κυρία απ΄ το Δήμο και λέει …δεν έχετε απόδειξη απού΄σαστε Έλληνες. Και η απόφαση ήταν …όχι. Πήγα κι εγω σε μια άλλη κωμόπολη και γράφτηκα δημότης. Έγινε εκει νέο δικαστήριο και ο δικαστής δέχθηκε τελικά και μ΄ έγραψε Γρίβας. Βγήκε απόφαση και την έχω. Και ο νόμος είναι, …άμα έγινε μια φορά αυτό, σε όλη τη Βουλγαρία μπορούν οι Σαρακατσαναίοι να πάρουν τα επίθετα τα Ελληνικά. Γιατί δεν γίνεται ; Ρώτα τους ! Δεν βρέθηκε ούτε ενας ! Αλλά αυτό μην το ξεχνάτε, …λείπει ο πατριωτισμός.

1958 – Η ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

Το 1958 βγήκε διαταγή από την κυβέρνηση να πάρουν τα πρόβατα. Ήταν με μια τιμή γελοία, …δυο πρόβατα και δυό αρνιά, …τίποτα ! Όταν μας πήραν τα πρόβατα εμείς δεν είμασταν στα κονάκια το χειμώνα, επειδή τα παιδιά είμασταν στο σπίτι στο Κότελ. Μας τα πήραν και ο τσέλιγκας, όπως ηταν ο πατέρας ο δικός μ΄ ας πούμε, γίνκι τζιομπάνος στο κολχόζ και ο τζιομπάνος που είχαμε πριν, γίνκι προιστάμενος. Μας άφησαν και πέντε προβατίνες στην οικογένεια. Άλογα όχι, …άλογα τι τα θες ; …καραβάνι δεν κάνεις ! Τώρα γράφουν κάποια χαρτιά, ότι μας έδωσα σπίτια και υλικά για να χτίσουμε σπίτια. Ψέματα, τίποτα δεν έδωσαν ! Α ! μην ξεχάσω, …τώρα παίρνω και σύνταξη 100 ευρώ !!

Τον τζιομπάνο που έγινε προϊστάμενος, πριν να πάρουν τα πρόβατα, τον μπάλωναν ορθόν, …τόσο φτώχια ! Για να σε μπαλώσουν ορθόν, πάει να πει δεν έχεις άλλο βρακί ! Είχε έναν μπάρμπα, τον Γκαβογιάννη, που κι αυτός είχε σπίτι κοντά εκει στο Κότελ. Παλιά ήταν κι αυτός τσέλιγκας, αλλά σταμάτησε να περπατεί κατ – απάν, χειμώνα – καλοκαιρι, …έμεινε σταθερός στο Κότελ. Μια μέρα περνάει ένας Σαρακατσάνος και του λέει : …μπάρμπα Γιάννη καλημέρα. Καλή σου μερα ! …αμ εσυ παιδάκι μ΄ θα πας καλά, ..δεν τ΄ν ξέχασες τη γλώσσα μας, αφου με καλημεράς στα Ελληνικά ! Του λεει, ..μπάρμπα Γιάννη τι μαθαίνω ! …ο θ΄κος ο ανηψιός που ήταν τζιομπάνος, …τον είδα με άλογο, με σίβο άλογο, με γκέμι, με σέλα, …Αφεντικό ! Εμ, …τι να σ΄ πω παιδάκι μ΄ του λέει εκείνος και κράταγε το σιψί (το τσιμπούκι),…΄΄ Όταν προγγάει το κοπάδι, βγαίνουν τα τρελά μπροστά ΄΄ ! Τόσο σοφή κουβέντα είπε !

Όταν πήραν τα πρόβατα έπεσε μεγάλη φτώχεια στους Σαρακατσαναίους. Στο στάβλο που είχαν τα πρόβατα στο κολχόζ, έκοβαν ένα κομμάτι μέσα κι έβαζαν τα παιδιά τ΄ς, εκει να βγάνουν το χ΄μώνα. Η οικογένεια μας δεν το΄παθε αυτό, εμεις είχαμε το σπίτι. Αλλά φτώχεια, εβδομήντα λέβα έπαιρνε ο πατέρας μ΄ σαν τζιομπάνος, …35 ευρώ μισθό, …έξι παιδιά ! Αλλά εκεινα τα πέντε πρατάκια, τα΄φκιαναν δεκαπέντε οι Σαρακατσάνοι, έγραφαν αλλ΄νούς απ΄ δεν είχαν πρόβατα. Τελευταία τα φύλαγε ο πάππος, εγινε τζιομπάνος κι αυτός τελευταία. Ο Σαρακατσάνος πάλαιψε πολύ σκληρά, έδωσε μάχη με τη ζωή και σιγά – σιγά βγήκε απάν πάλι και σήμερα είναι πολύ απάν. Είμαστε 1% στο Σλήβεν οι Σαρακατσαναίοι και έχουμε 80 % απ΄ τα εργοστάσια !

ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Γάμος στο Γριβαίικο τσελιγκάτο το 1956. Είναι ο γάμος του Δήμου Γρούνα και αριστερά καβάλα στο άλογο πηγαίνει η νύφη κουκλωμένη.

Στο γάμο πήγαιναμαν με τ΄ αλογα, αν ήταν πολύ μακρυά, να κοιμηθούμε στ΄ λάκκα εκει κι άναβαμαν φωτιές.  Έλεγαμαν τραγούδι στ΄ νύφη, …την τραγούδαγαν απ΄ του γαμπρού μεριά. Ύστερα την έδωνε τα δώρα ο αντράδερφος, την πόδενε, την έβανε τα καινούργια τα παπούτσια, έβανε κρασί στο παπούτσι κι έπινε τρεις φορές, δηλαδή θα γένω γης να με πατάς, …έτσι το μεταφράζω εγω αυτό. Από την Παρασκευή την έκρυβαν μεσ΄ στο καλύβι. Τριχιά, από παν το τσόλι κι αυτήν να κλαίει, να θλίβεται. Όλη τη νύχτα δεν σταμάταγαν να τραγουδάν. Απ΄ του γαμπρού τη μεριά έπιαναν το χορό. Όταν πήγαινε το συμπεθεριακό, χόρευαν απ΄ τα νύφη μεριά και έριχναν ντουφεκιές και απ΄ τις δυο μεριές, που σήμαινε ότι συμφωνούν να παν οι σχαριάτες. Οι παντρεμένες γυναίκες αρχίναγαν το χορό. Ο χορός ήταν στα τρία. Παλιά έλεγε ο μπάρμπα Χρήστος ο Τρανός, χόρευαν εφτά χοροί. Δεν ξέρω ποίοι ήταν. Στα τρία, Σπαθούλα που εσείς τον λέτε Σταυρωτό, Κ΄τσάδικο και Ζωναράδικο, αυτά θυμάμαι. Ο Τσάμικος δεν είναι Σαρακατσάνικος χορός.

Όταν τελείωνε ο γάμος, έβγαναν την προίκα της νύφης έξω και την αμπήδαγε τρεις φορές ο μπράτμος. Ο μπράτμος ήταν ένα μικρό παιδί που συνόδευε τον γαμπρό και κουβαλούσε τον φλάμπουρα. Ο μπράτμος ντυμένος τα γυναικεία ρούχα έπαιζε μια κωμωδία απ΄ τον Αριστοφάνη ακόμα. Ο πατέρας του παιδιού πηγαίνει στον πατέρα απ΄ το κορίτσι και ζητάει να του πάρει την κόρη για νύφη. Συνήθως δεν συμφωνεί τόσο γρήγορα και παίρνει απόφαση ο πατέρας του παιδιού να την κλέψουν. Κι όπως χορεύει το κορίτσι (στην πραγματικότητα είναι παιδί με γυναικεία ρούχα) την αρπάζουν και φεύγουν. Κι αυτό είμαστε περήφανοι που το΄χουμε κρατήσει.

Ο αδελφός του Μήτρου Γρίβα Βαγγέλης (αριστερά) με γυναικεία φορεσιά σε σκωπτική φωτογραφία του γάμου, με την αδελφή του Χάιδω και τον εξάδελφο του Βαγγέλη Γρίβα 

Ορχήστρα Σαρακατσάνικη δεν βγήκε καμμία. Η Γιώτα είχε τραγουδήσει στην Τηλεόραση τη Βουργάρικη. Εγώ επέμενα πολύ δυνατά και την είπα, …κορίτσι μ΄ θα πάμε κάτ΄ στην Ελλάδα, θα μαθ΄ς τα θ΄κα μας τα τραγούδια και έτσι σιγά – σιγά έγινε. Από μικρό τραγουδούσε αδιάκοπα. Την πήραμαν κάτ΄ κι εγώ την πήγαινα με τον αδερφό μ΄ το Γιώργο. Είναι μεγάλο ταλέντο, τα άρπαξε αμέσως, έβγαλε και το Πανεπιστήμιο στη Φιλιπούπολη, Μουσική ! Για πρώτη φορά στην Ελλάδα πήγε στην Κομοτηνή σε χορό απ΄ το Σύλλογο και σε γάμο. Πηγαίναμε και γυρίζαμε πίσω στο Κότελ. Ο Χρήστος ο Κουτσογιάννης την έδωσε τρία – τέσσερα τραγούδια. Ο Γιάννης ο Πιστόλας τη βοήθησε να πάρει την υπηκοότητα. Εμείς όλοι οι Σαρακατσαναίοι απ΄ τη Βουλγαρία στου Τρανού το σπίτι πλάϊαζαμε. Ο Χρήστος ο Ρούφος ήταν Σαρακατσάνος καθαρός !

Η Ασήμω Γρίβα (αδελφή του πατέρα του Μήτρου Γρίβα), με τον άντρα της Γιώργο Σούτα και τα παιδιά τους

ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΤΕΛ ΣΤΟ ΣΛΗΒΕΝ

Μετά το σχολείο, με τη μάνα μ΄ εμείς όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, πήγαιναμε και δούλευαμε στο κολχόζ. Το σχολειό που έβγαλα, …μετά άνοιξαν κλωστήριο εδώ στο Κότελ με υφάσματα για καλύματα. Την Άνοιξη πάθαινα πλάκα όταν άκουγα τον κούκο, …γίνομαν άφαντος (γέλια). Έφαγα και ένα προστιμο πεντακόσια λέβα μια φορά. Ύστερα έπαιρναμε αρνιά απ΄ το κολχόζ και τά΄τρεφαμε, τα τήραγαμε κι έβγαναμε καλά λεφτά. Μετά προχωράμε όλα τα παιδιά να σπουδάζουμε, ήρθα εγώ στο Σλήβεν με τη μεγάλη την αδερφή μ΄, μας έδωσε δωμάτιο ο παππούς ο άλλος ο Μπαλέζντραβος, δεν πλήρωναμε τίποτα και έτσι τελείωσα το Λύκειο. Το Σλήβεν τότε ήταν μεγαλύτερο, τώρα το ένα τρίτο έφυγε, πήγε στην Ευρώπη, εκατόν τριάντα χιλιάδες ήταν και τώρα είναι εβδομήντα, …η νεολαία φεύγει.

Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ


Το 1990 ήμουνα στο Κότελ μία βραδυά και συζήταγα με τη μάνα της Γιώτα και τον πατέρα της τον αδερφό μ, απ΄ πρέπει να ιδρύσουμε κάποια οργάνωση, πολιτιστική βέβαια, για τ΄ς Σαρακατσαναίοι τ΄ς Βουργαρία. Το συζήταγαμε αυτό ούλη τη νύχτα. Γυρνάω εγώ στο Σλήβεν την άλλη τ΄ βραδυά και το πρωί με ξυπνάει ο Γιάννος ο Μπλέτσας εδώ ένας κι ακόμα ένας Χύτας, …να φκιάσουμε Σύλλογο. Λέω, εχτές το βράδυ το συζήταγαμαν στο Κότελ, …τώρα εδώ, …θα το κάνουμε. Και πήραμαν απόφαση να γυρίσουμε όλες της άκρες της Βουλγαρία, όπου υπάρχουν Σαρακατσαναίοι. Πήραμαν απόφαση, αλλά μόνο εγώ γκυσέρισα, …και ο Πέτρος ο Μπαλεζντραβος με συνόδευε λίγον καιρή. Πήγα από κει απ΄ τη Βράτσα, απ΄ τ΄ς Καλαμποκιώτες, το Σαμοκόβ, το Σαμουήλοβο, …ολη τη Βουλγαρια όπου είναι Σαρακατσαναίοι και έτσι συμφώνησαν όλοι γι αυτό το πράμα. Είπαμαν ποιά ημερομηνια θα το κάνουμε, ήφερα έναν γέρο, Βαλέρας λέγονταν πολύ εξυπνος άνθρωπος, από ένα χωριό το Γκαμπάρεβο, για να ανοίξει και να κρατήσει το λόγο, …πρώτα αυτός, ο μεγαλύτερος.  Μέσα η αίθουσα δεν μας χώραγε και με δικηγόρο έγραψαμαν το καταστατικό και έγινε η Ομοσπονδία. Ημουν ο πρωτος πρόεδρος και ιδρυτής της Ομοσπονδίας των Σαρακατσάνων εδώ στη Βουλγαρια. Σύλλογοι δεν υπήρχαν, ύστερα άρχισαν.

Οι Βούλγαροι δεν είπαν τίποτα, τότε ήταν ζαλισμένοι όλοι, μεγάλες αλλαγές γίνονταν. Πρώτα οργάνωσα να ανοίξουν τα σχολεία, να γίνουν Ελληνικά σχολεία στο Κάρλοβο, στο Καρναμπάτ, στο Σλήβεν, στη Ρετσίτσα, στο Κότελ, στο Σαμοκόβ, στο Καζανλί, …παντού σχολειά, … μόνο Ελληνικά. Δάσκαλοι, κάποια δικά μας παιδιά πήγαιναν έξι μήνες στην Ελλάδα για μαθήματα και γύριζαν. Πολλές κατασκηνώσεις πήγαιναμε στην Ελλάδα, εγώ τα πήγαινα τα παιδιά, …στη Θάσο, Λεπτοκαρυά, σε πολλές μεργιές. Η Καραντίλα ξεκίνησε το 1991. Εγώ είχα ιδεί τα ανταμώματα κάτ΄ στην Ελλάδα και τον ήξερα τον τρόπο και με τον ίδιον τρόπο προσπάθησα να το κάνω έτσι. Βέβαια ξεκινήσαμε τότε, αλλά σήμερα σχολεία δεν υπάρχουν. Η Ελλάδα πρέπει να μας στείλει δασκάλοι. Μόνο έτσι μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανή αυτή την ιδέα. Έχουμε έναν εδώ στο Σλήβεν για χορό και ήταν και για τη γλώσσα ένας άλλος, αλλά πήγε στη Ρουμανία. Στη Ρετσίτσα μόνο σήμερα διδάσκουν επίσημα απ΄ το σχολειό τα Ελληνικά. Αυτό που υπήρχε με τους Σαρακατσαναίους στη Βουλγαρία, …χάνεται. Είμαστε πολύ λίγοι, …αλλά έχουμε και άλλο ελλάτωμα, …δεν το δέχονται όπως το λέω, …αλλά έτσι το νοιώθω, …λείπει ο πατριωτισμός. Και η γλώσσα θα χαθεί. Κρίμα πολύ, …θα χαθούμε !

Ο Μήτρος Γρίβας με τη γυναίκα του Μαρία Τσολάκη, με τις αυθεντικές φορεσιές του γάμου τους – Κότελ 1976

Σήμερα βρίσκονται στο Λαογραφικό Μουσείο Σαρακατσάνων στις Σέρρες

Στο Σαρακατσανοχώρι της Βουλγαρίας το Τσιότσιοβο

Η Ελληνική ταυτότητα του Μήτρου Γρίβα. Μετά την (με απόφαση δικαστηρίου) αλλαγή του επιθέτου από Γρίβωφ σε Γρίβα, κατάφερε να αποκτήσει και την Ελληνική υπηκοότητα

Με τον Μήτρο Γρίβα στο φιλόξενο σπίτι του

Ευχαριστώ θερμά τους φίλους μου Βαγγέλη Γαλαζούλα, για τη συμμετοχή του στη συνέντευξη αυτή (και συνοδοιπόρο στο όμορφο αυτό ταξίδι) και Χρήστο Τάκο πρόεδρο της Ομοσπονδίας Σαρακατσαναίων Βουλγαρίας, για τη φιλοξενία του και την πολύτιμη βοήθεια του.

Вашият коментар

Вашият имейл адрес няма да бъде публикуван. Задължителните полета са отбелязани с *

three × one =